Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΜΑΣ

ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΜΑΣ
Του συνεργάτου μας,
Ανδρέα Χριστοφόρου, Νομικού. 
Οι μεγαλύτερες αμαρτίες μας είναι αυτές που προηγήθηκε ΑΠΟΦΑΣΗ και σχέδιο δράσης!
Πιο επικίνδυνες και ανιχνεύσιμες είναι αυτές που έγιναν βαθιά στην καρδιά μας και είναι σταθερές επιθυμίες μας.
Επειδή έχουν ΔΟΛΟ μέσα και επικέντρωσαν την ΠΡΟΣΟΧΗ ΤΟΥ ΝΟΥ , ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΑΣ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΔΥΝΑΜΗ της και έγιναν εξ όλης ψυχής!
Διότι συνοδεύτηκαν από ΕΝΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΣΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΣΤΗ ΒΛΑΒΗ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΘΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ!
Αντισταθήκαμε στη ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΑΣ που μας είπε να μην τις κάνουμε διότι θα βλάψουμε και θα βλαφτούμε και ΕΛΚΥΣΑΜΕ ΤΙΣ ΔΑΙΜΟΝΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ.
Μια τέτοια Αμαρτία είναι οπωσδήποτε Ο ΑΥΤΟΕΡΩΤΙΣΜΟΣ  που αρχίζει στην προεφηβία ,η ΠΟΡΝΕΙΑ ΚΑΙ Η ΜΟΙΧΕΙΑ και οι συνέπειες μετά την διάπραξη ήταν ότι ΝΟΙΩΣΑΜΕ ΤΑΡΑΧΗ ΚΑΙ ΠΑΓΕΡΟΤΗΤΑ ΟΤΙ ΚΑΠΟΙΟ ΞΕΝΟ ΠΟΝΗΡΟ ΠΝΕΥΜΑ ΜΠΗΚΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ !
Άλλες αμαρτίες είναι η στάση αδιαφορίας, μίσους και αποστασιοποίησης μας απέναντι στούς ανθρώπους!
Αυτά ισχύουν όχι μόνο για τις πράξεις μας αλλά και για τους λογισμούς και τις επιθυμίες μας.
Η επανάληψη παγίωσε την αδιαφορία και την παγερότητα για τον Θεό, για τη Θ. Λειτουργία, τα Μυστήρια και πολλές φορές ενώ θέλουμε να σταματήσουμε τις επιθυμίες και τις πράξεις αυτές ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΔΙΟΤΙ ΜΑΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΙΣΑΝ ΤΑ ΠΟΝΗΡΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ.
Τότε κάθε τι που έχει σχέση με τον Θεό και την Εκκλησία μας κουράζει και μας ενοχλεί.
Πως θα ελευθερωθούμε;
ΓΙΑ ΝΑ ΑΜΑΡΤΗΣΟΥΜΕ ΠΡΩΤΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΜΕ.
ΓΙΑ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΩΝ ΠΟΝΗΡΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ πρέπει πρώτα ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΜΕ ΕΞ ΟΛΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΙΣΧΥΟΣ.
Αν δεν προηγηθεί  η  Απόφαση να παλέψουμε μέχρι τέλους με την Αμαρτία, δεν θα ανατρέψουμε  την Απόφαση με την οποία αμαρτήσαμε.
Αυτό δεν έκανε ο Μετανοών Άσωτος;
Η Απόφαση και η μανία απελευθέρωσης θα ελκύσουν τη Χάρη του Θεού και θα νοιώσουμε την Παρουσία Του και την συγχωρετικότητα Του.
Η απόφαση  της Μετανοίας πρέπει διαρκώς να μας διέπει διότι διαρκώς θα αντιτάσσεται η επιθυμία της αμαρτίας μέσα μας.
Η απόφαση της Μετανοίας πρέπει όπως και στον Δαυίδ να ενεργοποιεί την προσευχή στο δωμάτιο ή το κελί μας και το Νού μας στη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας.
Μετα θα τρέχουμε σε Πνευματικό να εξομομολογούμαστε  με ειλικρίνεια τις αμαρτίες μας και θα παίρνουμε την Άφεση τους.
Θα Κοινωνάμε και θα νιώθουμε τον Χριστό μέσα μας.
Η Αγάπη, η Ειρήνη, η Χαρά ως καρποί του Αγίου Πνεύματος θα γεμίζουν την ψυχή και το σώμα μας και η παρουσία του Χριστού θα αυξάνεται καθημερινά στη Ζωή μας!

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Ο Χριστός «άργησε» (Λουκ. 8, 41 – 56)

Ο Χριστός «άργησε» (Λουκ. 8, 41 – 56)
28 Οκτωβρίου 2017
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΡΓΗΣΕ!
Είναι πράγματι εξαίσια η ευαγγελική περικοπή της Κυριακής (Λουκ. 8, 41 – 56), η οποία αναφέρεται στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου και στη θεραπεία της αιμορροούσης.
Σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα, ένας αρχισυνάγωγος, ο Ιάειρος, πλησιάζει τον Χριστό και Τον καλεί να ‘ρθει στο σπίτι του, προκειμένου να σώσει την ετοιμοθάνατη μοναχοκόρη του, ένα κορίτσι δώδεκα ετών. Ο Χριστός κινείται προς το σπίτι, όμως κάποια γυναίκα που έπασχε δώδεκα χρόνια από αιμορραγία και δεν είχε βρει ίαση σε γιατρούς, Τον πλησιάζει και αγγίζει την άκρη του ενδύματος Του, σταματώντας έτσι η αιμορραγία της. Ο Χριστός αντιλήφθηκε να βγαίνει δύναμη από μέσα Του και ρωτάει να μάθει ποιος Τον άγγιξε. Η γυναίκα Τον πλησιάζει, λέει πως γιατρεύτηκε κι Εκείνος της λέει «έχε θάρρος κόρη μου, η πίστη σου σ’ έσωσε, πήγαινε εις ειρήνη» (Λουκ. 8, 48 – 49). Εν τω μεταξύ, η κόρη του Ιάειρου πεθαίνει. Ο Χριστός όμως πηγαίνει σπίτι του αρχισυνάγωγου και φέρνει στη ζωή την κόρη του.
Ομολογώ εν πρώτοις, πως αυτό το θαυμαστικό στον παραπάνω τίτλο δύο συναισθήματα προκαλεί στον αναγνώστη∙ ειρωνεία και έκπληξη. Αποκλείω την ειρωνεία και οποιαδήποτε σχετική διάθεση εμπαιγμού του προσώπου του Χριστού και θέτω την υποψία της έκπληξης ως σημείο εκκίνησης της σκέψης. Απορώ όμως, έντονα διαβάζοντας τον παραπάνω τίτλο, σκεπτόμενος τους λόγους για τους οποίους αργεί ο Χριστός. Αργεί όμως; Κι αν αργεί, πως είναι πανταχού παρών; Αν πάλι δε αργεί, τότε ποιες είναι οι απορρέουσες συνέπειες μιας τέτοιας αργοπορίας;
Ο Χριστός σύμφωνα με την ευαγγελική περικοπή πηγαίνει να σώσει την κόρη του Ιάειρου. Μία γυναίκα όμως, η οποία αναζητά κι εκείνη την ίαση, καθυστερεί τον Χριστό να πάει στο σπίτι του αρχισυναγώγου. Αυτό μεταφράζεται σε απώλεια χρόνου. Με άλλα λόγια η κόρη του Ιάειρου, είναι ζήτημα λεπτών να πεθάνει. Κι ο Χριστός αντί να κατευθυνθεί χωρίς καθυστέρηση στο σπίτι του αρχισυναγώγου, σταματάει και αρχίζει μία άλλη συζήτηση, αυτή τη φορά με μία αιμορροούσα. Ο πατέρας της μοναχοκόρης, έχοντας τη δική του αγωνία, νιώθοντας τον χρόνο ως τον χειρότερο του σύμμαχο αυτή την τραγική στιγμή και χωρίς να ωθεί τον Χριστό να βαδίσει γρηγορότερα, Τον ακολουθεί και συμμετέχει στην τραγωδία ενός άλλου ανθρώπου, ήτοι στον πόνο της αιμορροούσας. Και σε λίγο, έρχεται το δυσάρεστο. Αναγγέλλουν στον αρχισυνάγωγο πως η κόρη του πέθανε.
Φανταστείτε έναν πατέρα να πληροφορείται πως η μοναχοκόρη του δεν ζει. Κι όχι μόνο αυτό. Του λένε να μην ενοχλεί πλέον τον διδάσκαλο, αφού δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη και η αγωνία της έκπληξης. Ο Χριστός όμως δεν γυρίζει να φύγει, ούτε συμπαραστέκεται στο πένθος του πατέρα, αλλά του λέει «μη φοβάσαι, μόνο πίστευε και θα γίνει καλά» (Λουκ. 8, 51). Δεν θέλω να σκέφτομαι τη συντριβή του πατέρα, αναζητώ όμως την αίσθηση που του δημιουργήθηκε ακούγοντας αυτά τα λόγια. Αν άκουγε αυτά τα λόγια ο Spinoza ή ο Descartes, ακόμη κι ο Hume, θα έλεγε «Ε, τι μας λες τώρα, ότι πέθανε η κόρη του κι εσύ θα την φέρεις στη ζωή; Πώς γίνεται αυτό; Αυτό είναι αδύνατον. Ούτε οι αισθήσεις, ούτε ο ορθολογισμός επιτρέπει ένα τέτοιο θαύμα. Εδώ όλα εξηγούνται με βάση τον νου και την αισθησιοκρατική αντίληψη κι εσύ τολμάς να παίζεις με τον πόνο του ανθρώπου;».
Ο πατέρας πλέον πενθεί. Ο Χριστός άργησε να φτάσει στο σπίτι κι από την άλλη, βεβαιώνει στον πατέρα πως η νεκρή του κόρη θα γίνει καλά. Αυτό ακούγεται και είναι παράδοξο. Η κόρη του πέθανε και θα γίνει καλά; Μα, πως γίνεται αυτό; Αυτό γίνεται. Και γίνεται μέσα από την πίστη, την οποία οποιοσδήποτε εμπειρισμός και ορθολογισμός, δεν έχει τη δυνατότητα να επεξεργαστεί και να την θέσει ως σημείο έρευνας. Ο Husserl μέσα από τη φαινομενολογία του θα μας έλεγε «πάει τελείωσε, αυτή είναι η κατάσταση που υφίσταται και δεν είναι κάτι άλλο, αυτή είναι η αντικειμενικότητα των πραγμάτων, τι πάτε να αλλάξετε;». Όσο δε μάλλον για τον νεοπλατωνικό Πορφύριο, τον φαντάζομαι να ειρωνεύεται τα λόγια του Χριστού και να γράφει στο «Κατά Χριστιανών» για έναν παράλογο και φαντασιόπληκτο Χριστό.
Ο λόγος του Χριστού, αν και φιλοσοφικός ως προς το στοχασμό και την εν γένει θεώρηση των όντων, θέτει την υπέρβαση της κτιστής περατότητας, της φύσεως των όντων και των νόμων της φύσεως, αφού «ὅπου Θεός δέ βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις».  Ο  λόγος του Χριστού δίνει ζωή. Ο Ίδιος ο Χριστός είναι η Ζωή. Αυτή η ζωή δεν εξηγείται ούτε από την εμπειριοκρατία, ούτε από τον ορθολογισμό, ούτε από τον υπαρξισμό. Το επέκεινα της μεταπτωτικής  πορείας, ως αλλοτρίωσης των φθαρτικών συνεπειών που προσβάλλουν την ανθρώπινη υπόσταση αλλά και της εξουσιαστικής θνητότητας, έγκειται στη δυνατότητα της ζωής μετά τον θάνατο. Τη δυνατότητα όμως αυτή, δεν τη δίνει η φύση, οι νόμοι της, οι όροι και οι προϋποθέσεις της ζωής, αλλά το πρόσωπο του Χριστού. Αν κατά Heidegger κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει από τον άλλον το θνήσκειν του, ακόμη κι αν ο Ιωάννης Δαμασκηνός ομολογεί στα νεκρώσιμα ιδιόμελα του πως «διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος», σύμφωνα με τον Χριστό αυτό το θνήσκειν, με την ανάσταση τελειώνει.
Ο Χριστός αν και άργησε να φτάσει στο σπίτι του Ιάειρου, εντούτοις γνωρίζει πως ο θάνατος δεν έχει μόνιμη εξουσία πάνω στους ανθρώπους, και γι’ αυτό δεν ανησυχεί. Διώχνει τον φόβο από τον πατέρα που πενθεί και του ζητάει μόνο να πιστέψει. Φτάνοντας δε στο σπίτι ο Χριστός και κάνοντας λόγο για κοίμηση της κόρης, παρά για θάνατο, ορισμένοι παρευρισκόμενοι τον ειρωνευόταν. Την ίδια ειρωνεία συναντάμε αργότερα στον Άρειο Πάγο, όπου ο απόστολος Παύλος έθεσε ένα καινούριο στοιχείο στα αυτιά των Αθηναίων, εκείνο της ανάστασης των νεκρών (Πράξ. Απ. 17, 32). Ο μεταφυσικός οπτιμισμός του Χριστού έχει λόγο ύπαρξης, όχι απαραίτητα ανάγκη, διότι ο Ίδιος αναστήθηκε από τους νεκρούς και χάρισε την αιώνια ζωή στο ανθρώπινο γένος.

Ο Χριστός αργεί και σήμερα. Μόνο που στο σημείο αυτό, επιλέγω να μην βάλω θαυμαστικό, όπως στον παραπάνω τίτλο, για να δηλώσω έκπληξη. Η απουσία του θαυμαστικού, για τους ανθρώπους πλέον δηλώνει κάτι πιο βαθύ και ανησυχητικό. Αγωνία, φόβο, απογοήτευση, θλίψη, άρνηση. Είναι η στιγμή, που το βάδισμα του Χριστού, άλλοτε τους ενθαρρύνει και άλλοτε τους ταλαιπωρεί. Γιατί όμως επιμένει να βαδίζει αργά; Δανείζομαι τις σκέψεις του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς και αφήνω εκείνος να δώσει συνέχεια στους προβληματισμούς: «Και δύσκολος είναι ο δρόμος Του. Γι’ αυτό βαδίζει αργά. Μέσα από τις λακκούβες αίματος, μέσα από το σκοτάδι των αμαρτιών, και μέσα από τα αγκάθια των ληστών Εκείνος πορεύεται. Είναι στενός ο δρόμος Του και πολλοί πεσμένοι αμαρτωλοί βρίσκονται στον γκρεμό και στις δυο πλευρές του δρόμου Του. Εκείνος πρέπει να σκύβει και στις δυο πλευρές, να τους σηκώνει και να τους τραβά πίσω Του και να περπατά προς τα μπρος. Γι’ αυτό βαδίζει αργά!!!».

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Γιατί προσπαθούμε, κουραζόμαστε και ζούμε;

Απο το ιστολόγιο της Ι.Μ. Παναγίας Χρυσοπηγής




«Η αμοιβή δεν δίδεται εις τον άνθρωπον δια την εργασίαν της αρετής, αλλά δια την ταπείνωσιν αυτού».
Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ξεκάθαρα αναφέρει ότι ο άνθρωπος ασκείται όχι για να αμειφθεί λόγω των πνευματικών κατορθωμάτων των οποίων έπραξε αλλά η αμοιβή του, δηλαδή η έλξης της Χάριτος θα πραγματωθεί λόγω της ταπείνωσης η οποία καλλιεργείται δια της ασκήσεως.
Πηγή : Με παρρησία
Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι η ασκητική ζωή που μας προτείνει η Εκκλησία, δεν είναι μία ζωή κανόνων, στερήσεων, «πρέπει», ώστε να είμαστε αρεστοί στον Θεό.

Ο Θεός μας αγαπά ακόμα και στην αμαρτία μας. Η αγάπη του Θεού δεν εκπίπτει. Όμως για να νιώσουμε αυτήν την αγάπη του Θεού στην ζωή μας θα πρέπει εμείς να διαμορφώσουμε την ύπαρξή μας έτσι ώστε η Χάρις να γίνεται αποδεκτή, να βρει χώρο μέσα μας να ενεργήσει ώστε ο Θεός να γίνεται αντιληπτός και «κατανοητός» όχι νοησιαρχικά αλλά βιωματικά.
Η ταπείνωση, δηλαδή η αίσθηση του ανθρώπου ότι είναι χρεώστης απέναντι στον κόσμο και στον Θεό, η παραδοχή του ανθρώπου ότι κάθε προσπάθεια αυτονομίας του θα καταλήξει σε αποτυχία, η αποδοχή της ανεπάρκειας του ανθρώπου για επίτευξη του αγαθού χωρίς την Χάρη είναι το ζητούμενο στην πνευματική ζωή.
Ακόμα όμως και αυτό, δηλαδή η απόκτηση της ταπείνωσης δεν πρέπει να γίνει αυτοσκοπός. Καμία αρετή δεν πρέπει να γίνεται αυτοσκοπός. Καμία αρετή δεν πρέπει να παίρνει την θέση του Χριστού. Αυτό που επιδιώκει ο ταπεινός άνθρωπος δεν είναι να μείνει στην ταπείνωση, αλλά να αποκτήσει σχέση με τον Χριστό. Τον Χριστό ποθεί, τον Χριστό αναζητά. Η ταπείνωση λοιπόν του δείχνει τον δρόμο προς τον Χριστό, του δείχνει τον δρόμο της Αγάπης.
Λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Αγάπη και ταπείνωσις! Ιερό ζεύγος! Η μία υψώνει και η άλλη συγκρατεί όσους υψώθηκαν και δεν τους αφήνει ποτέ να πέσουν».
Μεγάλος ο λόγος του Αγίου Ιωάννου. Μας φανερώνει το πόσο ωφελείται κάποιος από την αγάπη αλλά και το πόσο ασφαλισμένος είναι κανείς με την ταπείνωση.
Ποιος είναι τελικά ταπεινός; Είναι εκείνος που δεν γνωρίσαμε ποτέ, που μάλλον δεν θα γνωρίσουμε ποτέ γιατί ξέρει καλά να κρύβεται. Κρύβεται γιατί δεν θα αντέξουμε την ζωή του, θα τον πούμε τρελό, χαζό, ανόητο. Όχι ότι θα νιώσει προσβολή, δεν φοβάται μήπως αμφισβητήσουμε την ζωή του, τις επιλογές του, την νοοτροπία του. Θέλει να μας προφυλάξει από αυτά που θα σκεφτούμε, για την κατάκριση και την αλαζονεία που θα θεριέψει μέσα μας. Γι’αυτό και τον ταπεινό δεν θα τον ακούσουμε να μιλά, προτιμά την σιωπή, δεν θα τον δούμε να διεκδικεί πρωτοκαθεδρίες γιατί αναπαύεται στις σκιές της αφάνειας.
Οι περισσότεροι από εμάς πασχίζουμε να αφήσουμε το επίγειο σημάδι μας στην γη. Ποθούμε μανιωδώς να μας θυμούνται καλά οι άνθρωποι και τώρα και μετά τον θάνατό μας. Ματαιοδοξία.
Πολλοί άνθρωποι ταπεινοί αγίασαν και έγιναν γνωστοί καθώς η Χάρις του Θεού τους ανέδειξε φωτεινά παραδείγματα για όλους μας. Σίγουρα όμως υπάρχουν αναρίθμητοι που μείνανε ως ανύπαρκτοι στην γνώση μας, μείνανε μακριά από την άδοξη δόξα που πολλές φορές προσφέρουμε εμείς οι άνθρωποι. Ανύπαρκτοι για εμάς οι όντως υπαρκτοί. Άδοξοι, οι όντως δοξασμένοι από τον Θεό.
Η πείρα της ζωής μας διδάσκει ότι όσο κι αν οι άνθρωποι πετύχουν στον κόσμο τούτο καμία ωφέλεια δεν έχουν εάν δεν αποκτήσουν ταπεινή καρδιά και αγάπη. Αυτό λοιπόν μας προτρέπει η Εκκλησία μας με το στόμα τον Θεοφόρων Πατέρων της, να ζήσουμε δια της ασκητικής ζωής ταπεινά και με αγάπη. Δεν είναι εύκολη η εν Χριστώ ζωή, δεν είναι όμως και ακατόρθωτη. Δεν είναι για λίγους, είναι για όλους. Δεν είναι ακίνδυνη, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος της υπερηφάνειας, των δεξιών λογισμών που προέρχονται από την τάση μας για αυτοθέωση.
Θέλει βία του εαυτού μας για να γίνουμε πράοι και ταπεινοί όπως ο Κύριος.
Σε έναν τοίχο στον δρόμο διάβασα το εξής: «Η ειρήνη τους είναι πόλεμος. Γι’ αυτό πόλεμο στην ειρήνη τους». Θέλει να πολεμήσεις με τα πάθη σου για να ειρηνεύσεις, θέλει να κουραστείς για να αναπαυτείς, θέλει να μισήσεις για να αγαπήσεις, θέλει να σιωπήσεις ώστε να ακούσεις, θέλει να υποταχθείς ώστε να κυριαρχήσεις, θέλει να αγωνιστείς ώστε να στεφανωθείς, θέλει να ταπεινωθείς ώστε να υψωθείς.
Όλα αυτά μπορεί να γίνουν. Όλα αυτά μπορεί να επιδιώκονται. Μην ξεχνάμε όμως τον λόγο που τα κάνουμε όλα αυτά.
Γιατί προσπαθούμε; Γιατί κουραζόμαστε; Γιατί ζούμε;
Για να βρούμε τον Χριστό, μάλλον για να δούμε επιτέλους τον Χριστό που στέκει μπροστά μας από την αρχή και μας καλεί να μείνουμε μαζί Του μέχρι το τέλος. Ένα τέλος που δεν έχει τέλος μα μόνο αρχή.

αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος